Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Redewendungen mit dem Wort -Zunge


  • βγάζω γλώσσα
  • βγάζω τη γλώσσα μου
  • δαγκώνω τη γλώσσα μου
  • δε βάζει γλώσσα μέσα του
  • δεν μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του
  • έγινε η γλώσσα μου παπούτσι, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι
  • έχω μακριά γλώσσα, έχω μια γλώσσα!
  • η γλώσσα του στάζει μέλι
  • η γλώσσα των αγγέλων
  • κακοποιώ τη γλώσσα
  • κατάπια τη γλώσσα μου
  • λύθηκε η γλώσσα του
  • μάλλιασε η γλώσσα μου
  • μου βγαίνει η γλώσσα
  • ροδάνι πάει η γλώσσα του
  • το έχω στην άκρη της γλώσσας μου

Παροιμίες

  • η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Redewendungen mit dem Wort -Zahn

Εκφράσεις

Redewendungen mit dem Wort -Ohr

Εκφράσεις

  • στήνω αφτί: προσπαθώ να κρυφακούσω
  • απ' τ' αφτί και στο δάσκαλο: για κάποιον που πρέπει να λάβει μια τιμωρία
  • δεν ιδρώνει το αφτί μου: δεν πτοούμαι
  • μου ΄φαγε τ' αφτιά: με κούρασε επαναλαμβάνοντας συνέχεια την ίδια συμβουλή ή το ίδιο αίτημα
  • μπαίνουν ψύλλοι στ' αφτιά μου: αρχίζω και ανησυχώ για κάτι
  • και οι τοίχοι έχουν αφτιά: όταν φοβο΄μαστε ότι κάποιος μας κατασκοπεύει

Redewendungen mit dem Wort -Auge

Εκφράσεις

  • άνοιξε τα μάτια σου : δες την πραγματικότητα, ξύπνα
  • βγάζω τα μάτια μου : παρεκτρέπομαι
  • βγάζω τα μάτια μου μόνος μου : με τα λάθη μου προκαλώ την καταστροφή μου
  • για τα μάτια (του κόσμου) : για να τηρηθούν τα προσχήματα
  • για τα μάτια σου μόνο : μόνο για χάρη σου
  • γυαλίζει το μάτι μου : έχω την όψη τρελού
  • γύρισε το μάτι μου : θύμωσα, εκνευρίστηκα, βγήκα εκτός εαυτού
  • δε μου γεμίζει το μάτι : δε μου φαίνεται ικανός, δε μου εμπνέει εμπιστοσύνη
  • έκανα μαύρα μάτια : πέρασε καιρός από τότε που...
  • έχω μάτι : έχω την ικανότητα να διακρίνω κάτι που δεν είναι προφανές
  • έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα : προσέχω πάρα πολύ
  • έχω στο μάτι : εποφθαλμιώ
  • κάνω τα γλυκά μάτια : ερωτοτροπώ, φλερτάρω
  • κάνω τα στραβά μάτια : κάνω πως δεν βλέπω ή πως δεν καταλαβαίνω
  • κλείνω τα μάτια μου : αδιαφορώ ή πεθαίνω (αναλόγως)
  • κόβει το μάτι του : είναι παρατηρητικός
  • μαυρίζει το μάτι μου : κουράζομαι, αποκάμνω
  • με γυμνό μάτι : χωρίς οπτικό βοήθημα
  • με μισό μάτι : χωρίς συμπάθεια
  • με το μάτι : υπολογισμός χωρίς μέτρηση
  • μου άνοιξε τα μάτια : μου έδειξε το σωστό
  • μου χτύπησε στο μάτι : τράβηξε την προσοχή μου
  • μπαίνω στο μάτι κάποιου : ενοχλώ κάποιον ή τον κάνω να ζηλέψει
  • παίρνω τα μάτια μου (ή τον ομματιών μου) και φεύγω : αποχωρώ απογοητευμένος
  • ρίχνω στάχτη στα μάτια : αποπροσανατολίζω
  • στο μάτι του κυκλώνα : στο επίκεντρο της καταστροφής
  • τα μάτια σου τέσσερα/δεκατέσσερα : πρόσεξε!
  • το είδα με τα μάτια μου : ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, ήμουν παρών όταν έγινε
  • το έχει σαν τα μάτια του : το προσέχει πολύ
  • το κακό μάτι : το βάσκανο και η ζήλια
  • τον έχω πάρει με κακό μάτι : τον έχω αντιπαθήσει
  • φάτε μάτια ψάρια (και κοιλιά περίδρομο) : χόρτασε με το μάτι αυτό που δεν μπορείς να αποκτήσεις

Παροιμίες

  • άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας
  • καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα
  • μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται
  • το γινάτι βγάζει μάτι

Redewendungen mit dem Wort -Hand


  • (από) δεύτερο χέρι : για κάτι μεταχειρισμένο
  • (από) πρώτο χέρι : από την πηγή
  • (από) χέρι σε χέρι : δίνοντας ο ένας στον άλλο, σε μια αλυσίδα ανθρώπων
  • βάζω/δίνω ένα χέρι (βοήθειας) ή βάζω/δίνω ένα χεράκι : προσφέρω βοήθεια
  • βάζω το χέρι μου στο ευαγγέλιο / στη φωτιά : έχω απόλυτη βεβαιότητα για ό,τι λέω, ορκίζομαι
  • βαρύ χέρι : για κάποιον που έχει μεγάλη δύναμη, όταν χτυπάει κάποιον άλλο
  • γεια στα χέρια σου! : έκφραση ικανοποίησης
  • δε μου κοβόταν καλύτερα το χέρι : έκφραση απογοήτευσης για κάτι που έκανα και το μετάνιωσα
  • δένω τα χέρια κάποιου : περιορίζω τις ενέργειες κάποιου, τη δυνατότητά του να ενεργήσει όπως θέλει
  • γλιτώνω από τα χέρια κάποιου : ξεφεύγω από την εξουσία κάποιου
  • ελαφρύ χέρι : ανεπαίσθητο άγγιγμα
  • έρχομαι στα χέρια : τσακώνομαι
  • έχω μόνο δύο χέρια! : σε περιπτώσεις που κάποιος δεν προλαβαίνει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από αυτόν
  • έχω το πάνω χέρι : έχω τον έλεγχο μιας κατάστασης
  • ζητώ το χέρι : κάνω πρόταση γάμου
  • κάθομαι με σταυρωμένα χέρια : μένω άπρακτος
  • κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει : είναι προτιμότερη η μικρή αλλά σίγουρη ασφάλεια παρά η μεγαλύτερη αλλά αβέβαιη
  • κάτω / κοντά τα χέρια σου! : μη με αγγίζεις!
  • λύνω τα χέρια κάποιου : βγάζω κάποιον από δύσκολη θέση
  • μακρύ χέρι : η τάση κάποιου να κλέβει
  • με το σταυρό στο χέρι : με εντιμότητα, τίμια
  • (με) το χέρι στην καρδιά : με ειλικρίνεια
  • παίρνω κάποιον από το χέρι : καθοδηγώ
  • πέφτω στα χέρια κάποιου : υποδουλώνομαι, κυριεύομαι, βρίσκομαι υπό την εξουσία κάποιου
  • πιάνουν τα χέρια μου : είμαι επιδέξιος
  • σηκώνω στα χέρια (κάποιον) : για πανηγυρισμό
  • σηκώνω τα χέρια (ψηλά) : παραιτούμαι από τις προσπάθειές μου
  • το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για κοινά συμφέροντα οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Redewendungen mit dem Wort -Fuß



Εκφράσεις

Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δεν σταματάει να δουλεύει!
Κάτσε να σε δούμε και λίγο, όλο στο πόδι είσαι!
  • με τα πόδια : περπατώντας
Πήγε στο σταθμό με τα πόδια
  • (μένω) στο πόδι : μένω όρθιος επειδή δεν έχω χρόνο (επειδή με χρειάζονται κάθε τόσο)
Ολόκληρη τη βραδιά την πέρασε στο πόδι.
Μόλις τον είδε, του κόπηκαν τα πόδια.
  • (μπερδεύομαι) στα πόδια (κάποιου) : είμαι διαρκώς κοντά σε κάποιον
Πήγαινε να παίξεις αντί να είσαι διαρκώς στα πόδια μου!
Άντε πάλι, ο γιος του πήρε πόδι κι από την καινούργια του δουλειά!
  • (πατάω/περπατάω) στις μύτες των ποδιών μου (ή στα νύχια μου : περπατώ προσπαθώντας να κάνω όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο
Μπήκε στο δωμάτιό τους στις μύτες των ποδιών του για να μην τους ξυπνήσει.
Πάτα πόδι, μην τον αφήνεις να κάνει ό,τι θέλει!
Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να βρει μια θέση στο γιο του.
  • σέρνω τα πόδια μου : περπατώ αργά επειδή είμαι πολύ κουρασμένος
Έσερνε τα πόδια του, ήταν ψόφιος απ'την κούραση!
  • το βάζω στα πόδια : φεύγω τρέχοντας επειδή φοβάμαι
Μόλις τον είδε, το έβαλε στα πόδια.
  • του έχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι : τον διευθύνει, έχει απόλυτη εξουσία πάνω του
Η γυναίκα του τούχει βάλει τα δυο πόδια σ'ένα παπούτσι!

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009