Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Redewendungen mit dem Wort -Hand


  • (από) δεύτερο χέρι : για κάτι μεταχειρισμένο
  • (από) πρώτο χέρι : από την πηγή
  • (από) χέρι σε χέρι : δίνοντας ο ένας στον άλλο, σε μια αλυσίδα ανθρώπων
  • βάζω/δίνω ένα χέρι (βοήθειας) ή βάζω/δίνω ένα χεράκι : προσφέρω βοήθεια
  • βάζω το χέρι μου στο ευαγγέλιο / στη φωτιά : έχω απόλυτη βεβαιότητα για ό,τι λέω, ορκίζομαι
  • βαρύ χέρι : για κάποιον που έχει μεγάλη δύναμη, όταν χτυπάει κάποιον άλλο
  • γεια στα χέρια σου! : έκφραση ικανοποίησης
  • δε μου κοβόταν καλύτερα το χέρι : έκφραση απογοήτευσης για κάτι που έκανα και το μετάνιωσα
  • δένω τα χέρια κάποιου : περιορίζω τις ενέργειες κάποιου, τη δυνατότητά του να ενεργήσει όπως θέλει
  • γλιτώνω από τα χέρια κάποιου : ξεφεύγω από την εξουσία κάποιου
  • ελαφρύ χέρι : ανεπαίσθητο άγγιγμα
  • έρχομαι στα χέρια : τσακώνομαι
  • έχω μόνο δύο χέρια! : σε περιπτώσεις που κάποιος δεν προλαβαίνει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από αυτόν
  • έχω το πάνω χέρι : έχω τον έλεγχο μιας κατάστασης
  • ζητώ το χέρι : κάνω πρόταση γάμου
  • κάθομαι με σταυρωμένα χέρια : μένω άπρακτος
  • κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει : είναι προτιμότερη η μικρή αλλά σίγουρη ασφάλεια παρά η μεγαλύτερη αλλά αβέβαιη
  • κάτω / κοντά τα χέρια σου! : μη με αγγίζεις!
  • λύνω τα χέρια κάποιου : βγάζω κάποιον από δύσκολη θέση
  • μακρύ χέρι : η τάση κάποιου να κλέβει
  • με το σταυρό στο χέρι : με εντιμότητα, τίμια
  • (με) το χέρι στην καρδιά : με ειλικρίνεια
  • παίρνω κάποιον από το χέρι : καθοδηγώ
  • πέφτω στα χέρια κάποιου : υποδουλώνομαι, κυριεύομαι, βρίσκομαι υπό την εξουσία κάποιου
  • πιάνουν τα χέρια μου : είμαι επιδέξιος
  • σηκώνω στα χέρια (κάποιον) : για πανηγυρισμό
  • σηκώνω τα χέρια (ψηλά) : παραιτούμαι από τις προσπάθειές μου
  • το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για κοινά συμφέροντα οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου