Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

"Gelehrte" Phrasen im Neugriechischen

Ελληνικά

Γερμανικά

ανωτέρα βία = λόγω ανωτέρας βίας, από απροσδόκητο γεγονός (που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας)

Höhere Gewalt

βάσει, επί τη βάσει

= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με

Όλα έγιναν βάσει κανονισμού.
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επί τη βάσει του δικού σου συμφέροντος.

Gemäß

γνωστόν τοις πάσι, τοις πάσι γνωστόν = σε όλους γνωστό, πασίγνωστο

Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.

Allgemein bekannt

δημοσία δαπάνη = με δημόσια δαπάνη, με έξοδα του δημοσίου

Η κηδεία του μεγάλου ποιητή έγινε δημοσία δαπάνη

Auf Staatskosten

δόξα τω Θεώ = δόξα να έχει ο Θεός

Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.

Gott sei Dank…

δυνάμει = σύμφωνα με

Ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα δυνάμει του νόμου (= όπως απορρέει από την ισχύ του νόμου).

Kraft

Kraft des Gesetzes

ελλείψει = με έλλειψη, λόγω έλλειψης

Το έργο σταμάτησε ελλείψει χρημάτων

mangels

εν αγνοία = (σε άγνοια) = χωρίς γνώση

Όλα έγιναν εν αγνοία μου

.

Ohne meine Wissen

εν αντιθέσει (προς) = σε αντίθεση (με)

Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα

Im Gegensatz zu…

εν απουσία = κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν απουσία μου.

In Abwesenheit

εν αρχή στην αρχή, καταρχήν

«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό...»

εν τέλει, εντέλει =

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ρθεις ή όχι;

Anfangs

Schließlich, letztlich, Schlussendlich

εν γένει = γενικά

Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.



generell

εν γνώσει = σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας

wissentlich

εν ενεργεία = σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}


Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη



εν έτει = στο έτος, τη χρονιά

Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!

Im Jahr(e)

εν ψυχρώ= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση

Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

εν θερμώ=

= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα)
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.

baltblütig

εν κατακλείδι = τελειώνοντας, κλείνοντας
(κατακλείδα = τελευταίο μέρος του λόγου, επίλογος)

Εν κατακλείδι, όπως έχουν τα πράγματα, η λύση είναι δύσκολη.

schliesslich

εν λειτουργία = σε λειτουργία

Όλος ο εξοπλισμός είναι εν λειτουργία.

In Betrieb

εν μέρει ως μέρος, μερικώς


εν όλω,
εν συνόλω,
εν τω συνόλω =
= ως σύνολο, συνολικά

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.

Zum Teil, teilweise



Im Ganze

εν ολίγοις = με λίγα λόγια

Kurz gesagt

εν ονόματι = στο όνομα, βάσει, δυνάμει

Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε!

Im Namen…

εν όψει = εν αναμονή, σε αναμονή, περιμένοντας
= σε θέση ορατότητας

Γυαλίσαμε το σύμπαν εν όψει της επιθεώρησης του στρατηγού.

Εχθρός εν όψει !

In Sicht, aussichtlich

Eν πάση περιπτώσει = τέλος πάντων, ό,τι κι αν γίνει, πάντως

Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά σου να έχεις τη γνώμη σου.

jedenfalls

εν προκειμένω = επί του προκειμένου = σχετικά με αυτό που λέμε, σχετικά με το θέμα μας


εν ριπή οφθαλμού = (με το ρίξιμο του βλέμματος, σε μια ματιά) = αστραπιαία

Αντέδρασε εν ριπή οφθαλμού

blitzschnell

εν συνεχεία = στη συνέχεια, αμέσως μετά

Εν συνεχεία, εκφωνήθηκε ο πανηγυρικός της ημέρας

In Folge, danach

εν συντομία = (σε συντομία) = σύντομα (= με σύντομο τρόπο)

Η όλη περιγραφή έγινε εν συντομία

kurz

εν τοιαύτη περιπτώσει = (σε τέτοια περίπτωση) = αφού είναι έτσι (τα πράγματα)

Εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ παραιτούμαι!

Gegebenenfalls

εν τω μεταξύ = στο μεταξύ χρονικό διάστημα, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, μεσολαβεί ή θα μεσολαβήσει

Ο Γιώργος θα αργήσει λίγο. Εν τω μεταξύ, εμείς μπορούμε να τακτοποιήσουμε λίγο το χώρο.

zwischenzeitlich

επ' αμοιβή = με αμοιβή (όχι δωρεάν)

Ο φοροτεχνικός παρέχει υπηρεσίες επ' αμοιβή

Gegen Bezahlung

εν ώρα ανάγκης = σε ώρα ανάγκης, αν χρειαστεί

Αμα έχεις κάτι στην άκρη, μπορείς το χρησιμοποιήσεις εν ώρα ανάγκης.

Im Notfall

εντάξει, εν τάξει = (στην τάξη) = τακτοποιημένος, σωστός (επίθ. και επίρρ.)

Ολα είναι εντάξει

In Ordnung

επ' αυτοφώρω = τη στιγμή του αδικήματος/εγκλήματος/παραπτώματος

Συνελήφθη επ' αυτοφώρω να αντιγράφει από την κόλλα του διπλανού του.

Auf frischer Zeit

επί λέξει = α) κατά λέξη, αυτολεξεί, με τις ίδιες ακριβώς λέξεις
β) λέξη προς λέξη, λεπτομερειακά

Είπε επί λέξει τα εξής

wörtlich

επί τη ευκαιρία

επ' ευκαιρία

= αλήθεια, μιας και τό ‘φερε η κουβέντα
= με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση

Επ' ευκαιρία της συνάντησης κάναμε και μια βόλτα στην πλατεία.


Επί τη ευκαιρία, πες μου τι έγινε με εκείνη την περίπτωση.

Bei Gelegenheit

λόγω = εξαιτίας

Λόγω της κακοκαιρίας έκλεισαν τα λιμάνια.

Aufgrund, Wegen

μέσω = με, δια μέσου, με τη βοήθεια

Αθήνα-Θεσσαλονίκη μέσω Λαρίσης. Επικοινωνία μέσω δικτύου υπολογιστών.

Über, durch

ονόματι = κατά το όνομα, με το όνομα

Κάποιος σύνεδρος, ονόματι Αγγελόπουλος, πρότεινε να γίνει ψηφοφορία. Γνώρισα κάποιον, ονόματι Αγγελόπουλο. Ακούστηκε η φωνή κάποιου, ονόματι Αγγελόπουλου.

(Βλέπε και εν ονόματι, επ' ονόματι)

namens

παρουσία = (με παρουσία κάποιου) = ενώ κάποιος είναι,ή ήταν, παρών

Παρουσία μου είπε όσα είπε.

In meiner Gegenwart

συν τοις άλλοις = μαζί με όλα τ' άλλα, σε όλα τα άλλα πρόσθεσε ότι

Συν τοις άλλοις, είναι και κακός μαθητής

Noch dazu

τοις μετρητοίς = σε μετρητά (αντίθετο: επί πιστώσει)

Αυτός πλήρωσε με πιστωτική κάρτα, ενώ εγώ τοις μετρητοίς.
Αυτό το κατάστημα δεν κάνει πίστωση, πουλάει μόνο τοις μετρητοίς.
Αυτός, φίλε μου, πουλάει τοις μετρητοίς (= είναι ξέγνοιαστος ,δεκάρα δεν δίνει).
(Βλέπε και «παίρνω τοις μετρητοίς»)

Bar

τω όντι, τωόντι = όντως, πράγματι, πραγματικά

Η κατάσταση είναι τωόντι πολύ σοβαρή.

Βλέπε και πράγματι, τη αληθεία.

wahrlich

φύσει = εκ φύσεως, από τη φύση του, λόγω της φύσης του

Είναι φύσει αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο

Liegt in der/seiner Natur

ψυχή τε και σώματι = (με την ψυχή και με το σώμα) = με όλες τιςδυνάμεις, ολοκληρωτικά

Αφοσιώθηκε σ' αυτόν το σκοπό ψυχή τε και σώματι.

Leib und Seele

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου