Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Verben des Neugriechischen- Passiv

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

PRESENT

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

AORIST

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

AOR. KONJUKTIV

ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΠΡΟΣΤ./

AOR. IMPERATIV

ΜETOXH

PARTIZIP

αισθάνομαι

αισθάνθηκα

να αισθανθώ

αισθάνσου

αισθανθείτε

αισθανόμενος

απαγορεύομαι

απαγορεύτηκα

ν’απαγορευτώ


απαγορευμένος

αρνούμαι

αρνήθηκα

ν’ αρνηθώ

αρνήσου

αρνηθείτε

αρνούμενος

ασχολούμαι

ασχολήθηκα

ν’ ασχοληθώ

ασχολήσου

ασχοληθείτε

ασχολούμενος

βαριέμαι

βαρέθηκα

να βαρεθώ



γδύνομαι

γδύθηκα

να γδυθώ

γδύσου

γδυθείτε


γεννιέμαι

γεννήθηκα

να γεννηθώ

γεννήσου

γεννηθείτε

γεννημένος

γίνομαι

έγινα

να γίνω

γίνε -γίνετε

γινόμενος

δέχομαι

δέχτηκα

να δεχτώ

δέξου

δεχτείτε

δεχόμενος

είμαι

ήμουν

να είμαι



εργάζομαι

εργάστηκα

να εργαστώ

εργάσου

εργαστείτε

εργαζόμενος

έρχομαι

ήρθα

να έρθω

έλα -ελάτε

ερχόμενος

θυμάμαι

θυμήθηκα

να θυμηθώ

θυμήσου

θυμηθείτε


κάθομαι

κάθισα

να καθίσω

να κάτσω

κάθισε/κάτσε

καθίστε/κάτσετε


κοιμάμαι

κοιμήθηκα

να κοιμηθώ

κοιμήσου

κοιμηθείτε

κοιμισμένος

λέγομαι

ειπώθηκα

να ειπωθώ


ειπωμένος

λούζομαι

λούστηκα

να λουστώ

λούσου

λουστείτε

λουσμένος

λυπάμαι

λυπήθηκα

να λυπηθώ

λυπήσου

λυπηθείτε

λυπημένος

μεταφράζομαι

μεταφράστηκα

να μεταφραστώ

μεταφράσου

μεταφραστείτε

μεταφρασμένος

μιμούμαι

μιμήθηκα

να μιμηθώ

μιμήσου

μιμηθείτε

μιμούμενος

ντύνομαι

ντύθηκα

να ντυθώ

ντύσου

ντυθείτε

ντυμένος

ξεκουράζομαι

ξεκουράστηκα

να ξεκουραστώ

ξεκουράσου

ξεκουραστείτε


ξυρίζομαι

ξυρίστηκα

να ξυριστώ

ξυρίσου

ξυριστείτε

ξυρισμένος

ονομάζομαι

ονομάστηκα

να ονομαστώ

ονομάσου

ονομαστείτε


παντρεύομαι

παντρεύτηκα

να παντρευτώ

παντρέψου

παντρευτείτε

παντρεμένος

πλένομαι

πλύθηκα

να πλυθώ

πλύσου

πλυθείτε

πλυμένος

προσεύχομαι

προσευχήθηκα

να προσευχηθώ

προσευχήσου

προσευχηθείτε


σηκώνομαι

σηκώθηκα

να σηκωθώ

σήκω

σηκωθείτε

σηκωμένος

σκέφτομαι

σκέφτηκα

να σκεφτώ

σκέψου

σκεφτείτε

σκεπτόμενος

στεναχωριέμαι

στεναχωρήθηκα

να στεναχωρηθώ

στεναχωρήσου

στεναχωρηθείτε

στεναχωρημένος

συγκινούμαι

συγκινήθηκα

να συγκινηθώ

συγκινήσου

συγκινηθείτε

συγκινημένος

υπόσχομαι

υποσχέθηκα

να υποσχεθώ

υποσχέσου

υποσχεθείτε


φαίνομαι

φάνηκα

να φανώ



φοβάμαι

φοβήθηκα

να φοβηθώ

φοβήσου

φοβηθείτε

φοβούμενος/

φοβισμένος

χαίρομαι

χάρηκα

να χαρώ

χαρείτε

χαρούμενος

χρειάζομαι

χρειάστηκα

να χρειαστώ



χτενίζομαι

χτενίστηκα

να χτενιστώ

χτενίσου

χτενιστείτε

χτενισμένος

ωφελούμαι

ωφελήθηκα

να ωφεληθώ

ωφελήσου

ωφεληθείτε

ωφελημένος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου